Ως προς την αντισυνταγματικότητα της διάταξης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 για την περικοπή των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα κι επιδόματος αδείας για υπαλλήλους ΟΤΑ και Δημοτικής Επιχείρησης με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, δημοσιεύθηκαν, πρόσφατα, οι υπ’ αριθμ. 1/2020 και 222/2019 εφετειακές αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής οι οποίες απέρριψαν τις εφέσεις Ο.Τ.Α. και Δημοτικής Επιχείρησης που είχαν ασκηθεί κατά, θετικών για τους εργαζομένους, αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Αρναίας.
Δια του τρόπου αυτού, τελεσιδίκησαν υπερ των εργαζομένων οι αποφάσεις με τις οποίες τους επιδικάσθηκαν αναδρομικά τα επιδόματα εορτών και αδείας που διεκδικούσαν δικαστικά.
Επισημαίνουμε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές του, Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικάζοντος ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εκδόθηκαν από δύο διαφορετικούς Δικαστές και δημοσιεύθηκαν μετά την υπ’ αριθμ. 1307/2019 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας με την οποία κρίθηκαν και συνταγματικές οι διατάξεις περί περικοπής των αντίστοιχων επιδομάτων τους εορτών και αδείας μόνιμων δικαστικών υπαλλήλων της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου.
Η συνταγματικά κατοχυρωμένη μη δεσμευτικότητα κατά τον σχηματισμό της ελεύθερης κρίσης του φυσικού δικαστή περί συνταγματικότητας νόμου, εν προκειμένω από την υπ’ αριθμ. 1307/2019 απόφαση της ΟλΣτε, αποκρυσταλλώνεται με τις ανωτέρω εφετειακές αποφάσεις αλλά και πλήθος αποφάσεων πολιτικών δικαστηρίων, δημοσιευθείσες μετά την προαναφερθείσα απόφαση ΣτΕ, που συνεχίζουν να κάνουν δεκτά αιτήματα εργαζομένων ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου, σχετικά με τα εν λόγω επιδόματα (ενδεικτικά αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μετά την απόφαση του ΣτΕ από το γραφείο μας: υπ’ αριθμ. 22/2019 Ειρηνοδικείο Ελευσίνας, 32/2019 Ειρηνοδικείο Πάρου, 18/2019 Ειρηνοδικείο Ιλίου).
Αποσπασματικά παραθέτουμε την αιτιολογία της, υπ’ αριθμ. 1/2020, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής ως προς το ζήτημα αυτό: «…Εξάλλου, η κρίση του Δικαστηρίου αυτού για την (αντι)συνταγματικότητα της παραπάνω διάταξης, την οποία κλήθηκε να εφαρμόσει στην ένδικη αγωγή δε δεσμεύεται από τις τυχόν αντίθετες με αυτή αποφάσεις, καθώς στα πλαίσια του διάχυτου και αυτεπάγγελτου ελέγχου της συνταγματικότητας της κάθε διάταξης (ουσιαστικού και τυπικού) νόμου που καλείται να εφαρμόσει ο Δικαστής η κρίση του περιορίζεται μόνο στη συγκεκριμένη περίπτωση και δεν έχει ισχύ έναντι όλων. Μόνη εξαίρεση στο διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας αποτελεί η κρίση του ΑΕΔ, η οποία είναι δεσμευτική για όλα τα Δικαστήρια, πλην όμως μέχρι σήμερα το ως άνω Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί για τη συνταγματικότητα ή μη της διάταξης της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας για λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, και επομένως είναι επιτρεπτός ο παρεμπίπτων έλεγχος αυτής. Με τις παραδοχές αυτές το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του στην αυτή κρίση κατέληξε περί της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των παραπάνω νόμων, και έκανε δεκτή την αγωγή των εφεσιβλήτων, δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, με αιτιολογία που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών Δήμος, με τον 2ο λόγο της έφεσής του, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα καθώς και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της…..»
Πρέπει να τονίσουμε το γεγονός ότι το δικηγορικό μας γραφείο εξακολουθεί να υποστηρίζει τις δικαστικές διεκδικήσεις των εντολέων μας υπαλλήλων Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, εμμένοντας στην άποψη περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων του Ν. 4093/2012 σχετικά με την περικοπή των δώρων εορτών και αδείας και ζητάμε από τα πολιτικά Δικαστήρια, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων, ο φυσικός Δικαστής να κρίνει το θέμα της αντισυνταγματικότητας. Θεωρούμε δε, ότι οι παραδοχές της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας περί αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων με σωρεία δικαστικών αποφάσεων (2192-2196/2014, 4741/2014, 2287-8/2015, 1125-7/2016, 431/2018, 479-481/2018, 2287-88/2019) είναι απόλυτα ορθές και τεκμηριωμένες, η δε αιτιολογία που φέρουν κατά την κρίση τους είναι αντικειμενική και ισχυρή.
Πρέπει δε να επισημανθεί ότι η, απόλυτα αντιφατική με τις ανωτέρω προγενέστερες αποφάσεις ΟλΣτΕ, υπ’ αριθμ. 1307/2019 απόφαση ΟλΣτΕ, με την οποία κρίθηκε η συνταγματικότητα των ίδιων διατάξεων (Ν. 4093/2012) που είχε κρίνει αντισυνταγματικές το ίδιο Δικαστήριο, όχι με μία αλλά με πληθώρα δικαστικών αποφάσεων, προκαλεί ανασφάλεια δικαίου και είναι πρωτόγνωρη στα Νομικά χρονικά.
Πέραν δε της συνταγματικά κατοχυρωμένης μη δεσμευτικότητας της απόφασης αυτής κατά τον σχηματισμό της ελεύθερης κρίσης του φυσικού δικαστή περί συνταγματικότητας νόμου, υπενθυμίζεται ότι αφορά σε μονίμους δικαστικούς υπαλλήλους, ενώ τονίζεται ότι δεν έχει κριθεί ακόμη από Ανώτατο Δικαστήριο, εν προκειμένω από τον Άρειο Πάγο, η συνταγματικότητα των επίμαχων διατάξεων για την κατηγορία υπαλλήλων ΟΤΑ ΚΑΙ ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ (αορίστου ή ορισμένου χρόνου) όπου εκκρεμεί η εκδίκαση αίτησης αναίρεσης και η έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης. Ούτε βεβαίως έχει εκδοθεί σχετική απόφαση από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για την συνταγματικότητα της σχετικής διάταξης του Ν. 4093/2012.
Πρέπει δε να τονιστεί ότι εκκρεμεί κατά της ανωτέρω, υπ’ αριθμ. 1307/2019, απόφασης ΟλΣτΕ, η εκδίκαση ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ που έχει ασκηθεί ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Σε κάθε περίπτωση, η υπ’ αριθμ. 1307/2019 απόφαση ΣτΕ, φρονούμε ότι είναι εσφαλμένη κι αναιτιολόγητη. Δέον να σημειωθεί, ότι στην εν λόγω απόφαση μειοψήφησαν δύο Αντιπρόεδροι και τέσσερις σύμβουλοι Επικρατείας που αναφέρουν στο σκεπτικό τους τα ακόλουθα: «Με τις 2192-2196/2014, 4741/2014, 2287-8/2015, 1125-7/2016, 431/2018, 479- 481/2018, 2287-88/2019 αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι περικοπές που επέφερε ο ν. 4093/2012 τόσο στα ειδικά μισθολόγια (στρατιωτικών, σωμάτων ασφαλείας, μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ, ιατρών Ε.Σ.Υ. κλπ), όσο και στις συντάξεις (πρβλ. και 1, 2, 3, 4/2018 αποφάσεις Ειδικού Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος). Κοινή βάση των επί μέρους αιτιολογιών των αποφάσεων αυτών είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι, αφενός μεν, το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο της επίτευξης συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, το οποίο αποτέλεσε και το έρεισμα των περικοπών αυτών, είναι προδήλως απρόσφορο, αφετέρου δε, ότι ο νομοθέτης του ν. 4093/2012 όφειλε να εξετάσει, αν οι εναπομείνασες, μετά τις αλλεπάλληλες μειώσεις, αποδοχές παραμένουν επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης των συνταξιούχων και των κάθε κατηγορίας εργαζομένων ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα κριθέντα (ΣΤΕ 2287-88/2019), η κατά τον χρόνο ψήφισης του ν. 4093/2012 πάροδος διετίας από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης και η εν τω μεταξύ λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή της σε συνδυασμό με τη νέα, για πολλοστή φορά, επιβολή περικοπών στην ίδια ομάδα θιγομένων (στην περίπτωση εκείνη, των συνταξιούχων) καθιστούν αδικαιολόγητη την θέσπιση νέων ρυθμίσεων χωρίς προηγούμενη ειδική εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου ο νομοθέτης να διαπιστώσει και να αποδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων είναι συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, καθώς και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Εν προκειμένω, με τον ίδιο αυτόν νόμο 4093/2012 και με τα αυτά ακριβώς κριτήρια, τα οποία με την παγιωμένη ως άνω ad hoc νομολογία της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν καθ’ εαυτά απρόσφορα, ανεπαρκή και, συνεπώς, ακατάλληλα να στηρίξουν τις ανωτέρω περικοπές, έλαβε χώρα και η επίδικη ήδη κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας των εν ενεργεία λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή, όπως και στις προηγηθείσες ως άνω περιπτώσεις, ούτε στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012 ούτε στις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης αυτού περιέχεται, σε σχέση με την κατάργηση των εν λόγω παροχών, οποιαδήποτε ειδικότερη αναφορά, εκτίμηση ή άλλη αιτιολογία, η οποία, πάντως, ήταν ιδιαιτέρως επιβεβλημένη, δεδομένου ότι πρόκειται περί παροχών, οι οποίες, όπως δηλώνεται στην ονομασία τους και συνάγεται από τη μακρά ιστορική τους επιβίωση (από το 1950-1951 και εφεξής) συνδέονται αμέσως με την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (άρθρα 2, 5, παρ. 1 και 21) κοινωνική και οικογενειακή ζωή, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στην ελληνική πραγματικότητα τα τελευταία τουλάχιστον 60 χρόνια. Με τα δεδομένα αυτά και η επίμαχη κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας δεν θεσπίζεται νομίμως, για τους αυτούς ακριβώς λόγους για τους οποίους και οι λοιπές περικοπές μισθών και συντάξεων που θέσπισε ο ν. 4093/2012, έχουν κριθεί αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομελείας του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, δεν αρκεί ούτε στην περίπτωση αυτή η επίκληση του δημοσιονομικού οφέλους και μόνον ούτε η χρονίζουσα αδυναμία προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου που επέφερε η επίμαχη πλήρης κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας (πρβλ. 481, 431/2018, 4741/2014, 2192-2196/2014). Πέραν αυτού, απαιτείτο και στην προκείμενη περίπτωση η προηγούμενη εξέταση τυχόν εναλλακτικών επιλογών και η εκτίμηση της προσφορότητας και αναγκαιότητας της επίμαχης κατάργησης υπό το φως των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης συμμετοχής στα δημόσια βάρη, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι τα καταργηθέντα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας, συνολικού ετησίου ύψους 1.000 ευρώ, χορηγούνταν μόνο στους χαμηλόμισθους υπαλλήλους του Δημοσίου που είχαν μικτές μηνιαίες αποδοχές (συμπεριλαμβανομένων και των ως άνω δώρων και επιδόματος αδείας) μέχρι 3.000 ευρώ, σύμφωνα με τους νόμους 4875/2010 και 4024/2011. Οι εν λόγω υπάλληλοι έχουν ήδη υποστεί αλλεπάλληλες μειώσεις τόσο των αποδοχών τους, όσο και του εν γένει εισοδήματός τους βάσει των διαφόρων νομοθετημάτων της περιόδου της κρίσης (ειδική εισφορά αλληλεγγύης άρθρου 29 του ν. 3986/2011, εισφορά αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας άρθρου 38 παρ. 2 περίπτ. α΄ του ν. 3986/2011, εισφορά υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. περιορισμός κλιμακίων κ.λπ.). Εξάλλου, οι επίμαχες καταργήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ειδικότερα ούτε εκ του λόγου ότι αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που περιέχει δέσμη μέτρων για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, διότι η προϋπόθεση αυτή αποτελεί αναγκαίο όχι όμως και επαρκή όρο για τη συνταγματικότητα των εν λόγων περικοπών (βλ. ΣτΕ Ολομ. 2192-2196/2014). Εξάλλου, ο προβαλλόμενος, με το υπ’ αριθμ. πρωτ. ……/25.1.2019 έγγραφο απόψεων του Δημοσίου, ισχυρισμός, ότι τυχόν κρίση περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου πρώτου, παραγρ. Γ, υποπαραγρ. Γ.1, περιπτ.1 του ν. 4093/2012 θα δημιουργήσει δημοσιονομική επιβάρυνση στον προϋπολογισμό της Γενικής Κυβέρνησης (3,9 δις ευρώ) που θα διογκώσει το έλλειμμα, ερείδεται σε εσφαλμένη εκτίμηση του ύψους των οικονομικών υποχρεώσεων που συνεπάγεται για το Δημόσιο η δικαστική αυτή κρίση. Και τούτο, διότι η κρινόμενη αγωγή, όπως και όσες συναφείς αγωγές έχουν ασκηθεί και εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αφορούν αποκλειστικά σε δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και επίδομα αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015, δεδομένου ότι από 1.1.2016 ισχύει ο νόμος ν. 4354/2015 (Α΄ 176), στο κεφάλαιο Β΄ του οποίου θεσπίζονται οι νέες μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν δώρα εορτών και επιδόματος αδείας. Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που είχαν ασκηθεί αγωγές από το σύνολο των υπαλλήλων του Δημοσίου για την τριετία 2013 έως 2015 και υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές αξιώσεις δεν έχουν υποπέσει στην διετή παραγραφή, η συνολική επιβάρυνση του Δημοσίου θα ανερχόταν σε 431 εκατομμύρια ευρώ, όπως άλλωστε προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του νόμου 4093/2012. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του Δημοσίου περί υπέρμετρης επιβάρυνσης του προϋπολογισμού, ύψους 3,9 δισ. ευρώ, ανεξαρτήτως του ότι αναφέρεται σε στοιχεία δημόσιας πολιτικής μη κρίσιμα για την δικαστική κρίση καθ’ εαυτήν περί της συνταγματικότητας της επίμαχης διατάξεως, πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο, διότι η κρίση του Δικαστηρίου περί αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων του ν.4093/2012 αφορά τις διατάξεις του νόμου αυτού και μόνον, όσον αφορά δε το μέλλον, ο νομοθέτης προδήλως δεν κωλύεται να προβεί σε νέα ρύθμιση του ζητήματος των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτή θα στηρίζεται σε τεκμηριωμένες εκτιμήσεις και σε σύμφωνα με το Σύνταγμα κριτήρια, διαφορετικά από εκείνα που κρίθηκαν αντισυνταγματικά με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Ολομελείας.»
Θέλουμε να πιστεύουμε ότι, δέκα (10) έτη μετά την έναρξη της δημοσιονομικής κρίσης της Χώρας και σε μια περίοδο που η πολιτική ηγεσία διατείνεται ότι η Χώρα έχει εξέλθει από τον κίνδυνο και την οικονομική κρίση, το «Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο» επιβολής αλλεπάλληλων περικοπών στην ίδια κατηγορία πολιτών, δεν έχει πλέον ούτε έρεισμα στον χρόνο, συνεπώς ελλείπει η αιτία επιβολής των περικοπών και πρέπει επιτέλους να επέλθει η αποκατάσταση των αδικιών μέσω των Δικαστηρίων σχετικά με την αντισυνταγματικότητα των επίμαχων διατάξεων.

Ευμορφία Ρήγα,
Δικηγόρος Αθηνών

Αποφασεις 1 2