Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν η πρόσφατη δικαστική απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επιδίκασε σε εργαζομένους της τοπικής αυτοδιοίκησης την αναδρομική καταβολή των επιδομάτων εορτών (Δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, θα λειτουργήσει ως μάντης καλών ειδήσεων για το Συμβούλιο της Επικρατείας και την δική του κρίση που αναμένεται σύντομα. Μπορούμε να γνωρίζουμε, όμως, ότι το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων που επέβαλαν την επί μακρόν μισθολογική περικοπή εκατοντάδων χιλιάδων δημοσίων και δημοτικών υπαλλήλων, ειδικότερα όσων βρίσκονται στα κατώτερα κλιμάκια της μισθολογικής ιεραρχίας, έχει πλέον καταστεί ένα ζήτημα υψίστης σημασίας, που κανένας δικαστικός λειτουργός δεν δικαιολογείται πλέον να υποτιμάει.
Κατά την κρίση του Εργατοδικείου που επιδίκασε την αναδρομική καταβολή των Δώρων, τα μνημονιακά νομοθετήματα των ετών 2010 έως 2012 (ενδεικτικά ν. 3833/2010, ν. 3845/2010, ν. 4024/2011, ν. 4046/2012, ν. 4093/2012 κ.ά.) αντίκεινται σε θεμελιώδεις αρχές της εθνικής και διεθνούς έννομης τάξης. Πιο συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι οι νόμοι που επέβαλλαν περικοπή στους μισθούς των δημοσίων και των δημοτικών υπαλλήλων δήθεν για την δημοσιονομική πειθάρχηση, στάθηκαν πρόδηλα απρόσφοροι να επιτύχουν τον σκοπό τους. Επιπλέον, κρίθηκε ότι τελικά δεν εξετάστηκαν καθόλου εναλλακτικές δυνατότητες για την δημοσιονομική ανάκαμψη και τη μείωση του δημοσίου χρέους. Αντίθετα, η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία επέλεξε να εφαρμόσει σκληρά μέτρα συσταλτικής μισθολογικής πολιτικής στα χαμηλά στρώματα της μισθωτής εργασίας εν γένει, και στους δημοσίους υπαλλήλους ειδικότερα, δίχως να εξετάσει «αν οι εναπομείνασες μετά τις αλλεπάλληλες μειώσεις αποδοχές παραμένουν επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσης των κάθε κατηγορίας εργαζομένων, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής», όπως χαρακτηριστικά διέλαβε στη σκέψη του ο Δικαστής.
Το γεγονός ότι εν μέσω μιας συνολικότερης επίθεσης στη μισθωτή εργασία και μιας γενικότερης απορρύθμισης του Εργατικού Δικαίου, η οποία γίνεται στο όνομα του εκσυγχρονισμού και της βελτιστοποίησης, δημοσιεύονται δικαστικές αποφάσεις σαν και τις παραπάνω κρίνεται εξόχως σημαντικό από πλευράς μας. Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι που έχουν επιλέξει να διεκδικήσουν ομαδικά τα Δώρα προηγούμενων ετών που στερήθηκαν από τη μνημονιακή νομοθεσία, έχουν πλέον στα χέρια τους μια δικανική κρίση που αναφέρει ότι «δεν αρκεί ούτε η επίκληση του δημοσιονομικού οφέλους ούτε η χρονίζουσα αδυναμία προώθησης των μεταρρυθμίσεων […] για να επιβληθούν νέες μειώσεις στις αποδοχές των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου» είναι κάτι ομολογουμένως σημαντικό. Άλλωστε, η εν λόγω δικαστική απόφαση δανείζεται επιχειρήματα από την φαρέτρα του ίδιου του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος όταν διαλαμβάνει στην σκέψη της αυτολεξεί ότι «επιβαλλόταν η προηγούμενη εξέταση τυχόν εναλλακτικών επιλογών και η εκτίμηση της προσφορότητας και της αναγκαιότητας της επίμαχης κατάργησης, υπό το φως των αρχών της αναλογικότητας και της ίσης συμμετοχής στα δημόσια βάρη».
Το Δικηγορικό Γραφείο μας έχει κατά καιρούς χειριστεί πλειάδα σχετικών εργατικών υποθέσεων, ενώ μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκπροσωπεί εκατοντάδες απασχολούμενους του Δημοσίου τομέα στις ομαδικές διεκδικήσεις τους για τα «δώρα». Άποψή μας αλλά και οδηγός της νομικής υπερασπιστικής γραμμής που υιοθετούμε είναι ότι τα κατεπείγοντα εκείνα μέτρα της περιόδου 2010-2012 σκοπούσαν, μεταξύ άλλων, στη μείωση των κρατικών λειτουργικών δαπανών καθ’ όσον διάστημα σοβούσαν οι έκτακτες προϋποθέσεις της δημοσιονομικής κρίσης. Δηλαδή για όσο χρονικό διάστημα το Ελληνικό Δημόσιο παρουσίαζε ελλειμματικούς τακτικούς προϋπολογισμούς και για τον λόγο αυτό ακολουθούσε μια αυστηρά πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική, εφαρμόζοντας μισθολογικές πολιτικές περικοπών των μισθωτών υπαλλήλων του.
Η δημοσιονομική κατάσταση όμως σήμερα έχει αλλάξει άρδην και οι δημοσιονομικές συνθήκες έχουν πλήρως μεταστραφεί εν έτει 2025. Τούτο συνάγεται από επίσημες και επιστημονικές παραδοχές οικονομοτεχνικής φύσεως που είναι αντικειμενικά ελέγξιμες και δεν επιδέχονται υποκειμενικών ερμηνειών. Εντούτοις, παρά την πλήρη μεταστροφή των δημοσιονομικών συνθηκών, η πεισματική εμμονή του κοινού νομοθέτη στην αντίληψη ότι οι έκτακτες ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν σε περιόδους παρατεταμένης οικονομικής κρίσης συνεχίζουν να παραμένουν σε ισχύ παρά την πλήρη μεταστροφή των δημοσιονομικών συνθηκών, συνιστά μια συνταγματική παράβαση, του είδους που το παραπάνω Πρωτοδικείο αναγνώρισε, σε αντίθεση με πολλά άλλα που την επικύρωσαν και την δικαιολόγησαν.
Ακόμα, λοιπόν, κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι έκτακτες συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της αυξημένης εποπτείας δικαιολογούσαν την λήψη έκτακτων νομοθετικών μέτρων, σήμερα, με την παραπάνω δικαστική απόφαση, ανοίγεται πλέον ο δρόμος για την ανατροπή αυτής της κακής νομολογιακής παράδοσης. Σήμερα, δίνεται πλέον ο απαραίτητος εκείνος χώρος, τόσο δικανικός όσο και δημοσιονομικός, που μπορεί να υποστηρίξει μια αναδιάταξη των μισθολογικών προτεραιοτήτων, ειδικότερα για τα χαμηλά κλιμάκια της μισθολογικής ιεραρχίας.
21 Νοέμβρη 2023
Ευμορφία Μ. Ρήγα
Δικηγόρος-Εργατολόγος