Τίποτα ευχάριστο για τον κόσμο της εργασίας δεν κομίζει δυστυχώς η υπ’ αριθμ. 1872/2024 απόφαση του ΣΤ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία επιλύθηκαν προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν σε εκείνο από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ειδικότερα, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο κλήθηκε να απαντήσει αν η διάταξη της παρ. 2 του αρ. 26 του ν. 4354/2015, με την οποία ανεστάλησαν επί διετία οι μισθολογικές ωριμάνσεις και προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων εν γένει (εν προκειμένω των δικαστικών υπαλλήλων), αντίκειται σε συνταγματικές αρχές και πιο συγκεκριμένα, στις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας και της ίσης συμμετοχής στα δημόσια βάρη.
Επί των ερωτημάτων που του υποβλήθηκαν το ΣτΕ αποφάνθηκε ότι « […] η επίδικη αναστολή επιβλήθηκε για λόγους δημοσιονομικής προσαρμογής και συγκρατήσεως του μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα κατά τη διάρκειά της, στόχοι οι οποίοι ανάγονται, κατ’ αρχήν, σε θεμιτούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Εξ άλλου, η ρύθμιση αυτή, η οποία εκ της φύσεώς της συμβάλλει στην περιστολή των δημοσίων δαπανών, δεν παραβιάζει, και δη υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις, τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος – της αποτροπής δηλαδή του μη εξαλειφθέντος, πάντως, κινδύνου χρεοκοπίας της Χώρας – αφ’ ενός, και της προστασίας των δικαιωμάτων των εναγόντων δικαστικών υπαλλήλων αφ’ ετέρου, δεδομένου ότι η στασιμότητα της μισθολογικής εξέλιξης που προβλέπεται με την επίδικη ρύθμιση είναι πρόσκαιρη, περιοριζόμενη σε περίοδο δύο ετών, ενώ το ύψος των αποδοχών που στερήθηκαν οι ενάγοντες κατά το χρονικό αυτό διάστημα, κυμαίνεται, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο της αγωγής τους, μεταξύ 708 και 1.440 ευρώ, ποσά ως εκ των οποίων δεν μπορεί, προδήλως, να θεωρηθεί ότι τίθεται εκ του λόγου τούτου σε διακινδύνευση η αξιοπρεπής διαβίωσή τους.».
Επί του σκεπτικού της ανωτέρω απόφασης κρίνω ουσιωδώς σημαντικό να σχολιαστούν τα ακόλουθα:
Α. Αρχικά, λυπούμαι που διατηρείται στη μείζονα σκέψη του Δικαστηρίου η αντεργατική νομολογιακή παράδοση των δικαστικών αποφάσεων προηγουμένων ετών -με εμβληματικότερη μεταξύ αυτών της ΣτΕ 1307/2019- και με τις οποίες κρίθηκε ως συνταγματική η περικοπή των δώρων εορτών και αδείας των δημοσίων υπαλλήλων. Η επίκληση της νομολογίας που διαμορφώθηκε κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης προκειμένου να προσεγγιστούν και να επιλυθούν ζητήματα που έχουν προκύψει σε μεταγενέστερο χρόνο και υπό συνθήκες πρόδηλα μεταβεβλημένες, οδηγεί την απονομή δικαιοσύνης σε έναν φαύλο κύκλο.
Η παρά τη μεταστροφή των κοινωνικών συνθηκών πεισματική εμμονή του ανώτατου διοικητικού Δικαστή στην άποψη ότι σε περιόδους παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο «λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητά τους για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος» συνιστά μια ανησυχητική νομολογιακή επανάληψη, που κατά τη γνώμη μου διαιωνίζει φαινόμενα δικαιοπολιτικής παθολογίας.
Οι έκτακτες συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα την χρονική περίοδο 2010-2016 και οι οποίες, κατά τη γνώμη της δικαστικής εξουσίας, επέτρεψαν την λήψη οριζόντιων μέτρων περιστολής του δημοσιονομικού κόστους, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι έχουν μεταβληθεί -αν όχι αρθεί- εν έτει 2025. Η αντίληψη περί άρσης τους δεν συνίσταται σε κάποιον έωλο ισχυρισμό της γράφουσας, πλην στο επίσημο κρατικό αφήγημα, όπως αυτό επικοινωνείται με πλείστους τρόπους το τελευταίο διάστημα. Η σχετική συζήτηση συγγενεύει με παραδοχές οικονομοτεχνικής φύσεως που είναι αντικειμενικά ελέγξιμες και για τούτο δεν επιδέχονται υποκειμενικών ερμηνειών. Ο δημοσιονομικός έλεγχος του ελληνικού κράτους από τα μνημόνια έπαυσε επίσημα στις 20 Αυγούστου 2022, όταν η χώρα εξήλθε από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχοντας ήδη ολοκληρώσει το τρίτο μνημόνιο από τον Αύγουστο του 2018, τα δημοσιονομικά βρισκόταν μεν υπό ενισχυμένη εποπτεία από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι οποίοι παρακολουθούσαν τις μεταρρυθμίσεις και τη δημοσιονομική πορεία της χώρας, πλην όμως με τη λήξη της ενισχυμένης εποπτείας, η Ελλάδα επανήλθε σε ένα κανονικό πλαίσιο οικονομικής εποπτείας, όπως όλα τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης.
Ακόμα, λοιπόν, κι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι οι έκτακτες συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της αυξημένης εποπτείας δικαιολογούσαν τις δυσμενείς μεταβολές του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων, το περιθώριο εκτίμησης που διαθέτει ο νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής όφειλε σήμερα να αναγνωρίσει την άρδην μεταβολή των συνθηκών αυτών και mutatis mutandis να προβεί σε μια καταρχήν ομολόγηση αυτής. Αντί όμως να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, το ΣτΕ επέμεινε στην επίκληση μιας νομολογιακής παράδοσης που διαμορφώθηκε εντός μιας έκτακτης δημοσιονομικής περιόδου, ως εάν αυτή παρέμεινε αναλλοίωτη μέσα στον χρόνο και δεν μεταβλήθηκε ουσιωδώς.
Υπ’ αυτή την έννοια, φρονώ ότι η εν λόγω δικανική κρίση οπισθοδρόμησε, διότι παρέμεινε καθηλωμένη στα δεδομένα της μνημονιακής περιόδου, καθ’ ομοίωσιν της αναστολής ωρίμανσης των μισθολογικών κλιμακίων, επί της συνταγματικότητας της οποίας κλήθηκε να κρίνει.
Β. Πρόσφατα δημοσιεύθηκε στον ελληνικό Τύπο (βλ. Στέργιος Ζιαμπάκας, Οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι οι πιο φτωχοί στην Ευρώπη, Εφημερίδα των Συντακτών, 08-02-2025) τεχνική έκθεση της Eurostat σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι είναι οι πιο φτωχοί στην Ευρώπη. Ειδικότερα, τα ευρήματα της έκθεσης καταδεικνύουν ότι ο μέσος μισθός των δημοσίων υπαλλήλων στην Ελλάδα είναι στην τελευταία θέση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από πλευράς αγοραστικής δύναμης, καθώς οι δημόσιοι υπάλληλοι βαλκανικών χωρών, όπως π.χ. η Βουλγαρία, η Ρουμανία κ.ά., που μέχρι πρότινος ήταν σε κατώτερη θέση από τη χώρα μας, πλέον βρίσκονται σε υψηλότερη θέση από αυτή.
Αυτές εδώ οι γραμμές δεν επαρκούν ούτε για μια άκρως συνοπτική παράθεση του ιστορικού των μισθολογικών περικοπών στις οποίες έχει υποβληθεί αυτή η μερίδα εργαζομένων από το 2010 και εντεύθεν. Η περιστολή της μισθολογικής πολιτικής του ελληνικού κράτους σε συμμόρφωση με το αυστηρό πλαίσιο δημοσιονομικής πειθάρχησης που ακολουθήθηκε μετά την υπαγωγή της χώρας στο διεθνές σύστημα δανεισμού και εποπτείας, εφαρμόστηκε το πρώτον και με τον πλέον εμφατικό τρόπο στους/στις εργαζόμενους/ες του Δημοσίου τομέα. Η κατάργηση των δώρων και των επιδομάτων αδείας, η αύξηση του εργάσιμου χρόνου και η απορρύθμιση της προστατευτικής νομοθεσίας είναι μόνο μερικά ενδεικτικά παραδείγματα από το πλήθος των σχετικών ρυθμίσεων.
Ώστε σήμερα, 15 έτη μετά την ψήφιση του πρώτου μνημονίου, με το οποίο επιβλήθηκαν τα γνωστά σε όλους αυστηρά μέτρα λιτότητας και οι συναφείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, η μισθολογική πραγματικότητα για τους εργαζόμενους του Δημοσίου εμφανίζεται οριακά αμετάβλητη.
Αν δε συνεκτιμήσει κανείς την εκτίναξη του κόστους διαβίωσης, τις πληθωριστικές πιέσεις που ασκούνται στην οικονομία και το γεγονός ότι από το 2019 μέχρι σήμερα ο κατώτατος μισθός στον ιδιωτικό τομέα έχει αυξηθεί πέντε φορές -με νομοθετική πρωτοβουλία ασφαλώς, διότι ο καθορισμός του παραμένει εκτός του πεδίου της συλλογικής διαπραγμάτευσης των κοινωνικών εταίρων-, ενώ την ίδια στιγμή ο εισαγωγικός μισθός για υπαλλήλους Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) στο Δημόσιο ανέρχεται σήμερα στα 850 ευρώ μεικτά, αβίαστα μπορεί να συνάγει ότι η συγκεκριμένη κατηγορία μισθωτών έχει επωμιστεί δυσανάλογο μερίδιο συνεισφοράς στα δημόσια βάρη, κατά τη γνώμη μου αναντίστοιχο με τις δυνάμεις της.
Αναγνωρίζω ότι συντρέχουν ιστορικοί λόγοι, αναγόμενοι στη διαμόρφωση της σύνθεσης και της φυσιογνωμίας της συγκεκριμένης κοινωνικής μερίδας εργαζομένων, που μπορεί να δικαιολόγησαν κατά το παρελθόν την σε βάρος τους λήψη μέτρων. Πλην όμως σήμερα, που οι αντικειμενικές συνθήκες έχουν μεταβληθεί κατά τα ανωτέρω, φρονώ ότι έχει δοθεί ο απαραίτητος εκείνος χώρος που θα επέτρεπε μια αναδιάταξη των δημοσιονομικών προτεραιοτήτων, εκπεφρασμένη από το βήμα της Θέμιδος που οφείλει να διατηρεί ευήκοα τα ώτα της προς την κοινωνία. Δυστυχώς, όμως, η ΣτΕ 1872/2024 δεν έκανε το τολμηρό εκείνο βήμα που απαιτούν οι περιστάσεις προς αυτή την κατεύθυνση.
Γ. Αν κάτι υπολείπεται από την έκδοση της εν λόγω απόφασης του ΣτΕ και υπό προϋποθέσεις μπορεί να κομίσει στο μέλλον μια βελτίων νομολόγηση του επίδικου ζητήματος, είναι το εξής.
Υπενθυμίζω ότι με την εδώ σχολιαζόμενη απόφαση, το ΣτΕ αποφάνθηκε επί προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλε το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, όταν το τελευταίο κλήθηκε να κρίνει επί αγωγής που άσκησαν ενώπιον αυτού δικαστικοί υπάλληλοι. Αντικείμενο της εν λόγω ομαδικής διεκδίκησης ήταν η καταβολή της διαφοράς των αποδοχών της περιόδου από 1-1-2020 έως 31-12-2021, που προέκυψε από το μισθολογικό κλιμάκιο που καθένας τους κατετάγη, λόγω της αναστολής της μισθολογικής τους εξέλιξης κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 31-12-2017, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 2 του ν. 4354/2015. Επί του συγκεκριμένου αιτήματος, όπου οι στερούμενες αποδοχές των δικαστικών υπαλλήλων κυμαίνονταν σύμφωνα με το περιεχόμενο της υπό κρίσιν αγωγής μεταξύ 708 και 1.440 ευρώ, το ΣτΕ έκρινε ότι «δεν τίθεται σε διακινδύνευση η αξιοπρεπής διαβίωσή τους».
Πλην όμως η αναστολή των μισθολογικών ωριμάνσεων και προαγωγών των δημοσίων υπαλλήλων δεν θεσπίστηκε το πρώτον με την ψήφιση και εφαρμογή του ν. 4354/2015, καθόσον ήδη με την εφαρμογή των προγενέστερων ν. 4024/2011 και ν. 3986/2011 οι μισθολογικές ωριμάνσεις είχαν ήδη «παγώσει» από 01-07-2011 μέχρι 31-12-2015, ότε τελικώς τέθηκε σε εφαρμογή το νέο ενιαίο μισθολόγιο. Υπ’ αυτή την έννοια, συνυπολογιζομένων των σε χρήμα περικοπών που συνεπάγεται η αναστολή της περιόδου 2011-2015, τα δυνητικά αιτούμενα αγωγικά κονδύλια είναι κατά πολύ μεγαλύτερα από τα ποσά που το ΣτΕ έκρινε εν προκειμένω ότι «δεν θέτουν σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων.
Συνεπώς, το επίμαχο σκεπτικό του ΣτΕ ότι «η στασιμότητα της μισθολογικής εξέλιξης που προβλέπεται με την επίδικη ρύθμιση είναι πρόσκαιρη, περιοριζόμενη σε περίοδο δύο ετών, ενώ με το ύψος των αποδοχών που στερήθηκαν οι ενάγοντες κατά το χρονικό αυτό διάστημα […] δεν μπορεί, προδήλως, να θεωρηθεί ότι τίθεται εκ του λόγου τούτου σε διακινδύνευση η αξιοπρεπής διαβίωσή τους» δεν εφαρμόζεται αδιάκριτα σε κάθε περίπτωση. Τα μεν ποσοτικά μεγέθη ενός κατά τα ανωτέρω αγωγικού αιτήματος είναι προδήλως ορατά, σε βαθμό που οπωσδήποτε «τίθεται σε διακινδύνευση η αξιοπρεπής διαβίωση», κατά την κρίση του Δικαστή. Τα δε ποιοτικά μεγέθη, δηλαδή η χρονική απόσταση που χωρίζει το 2025 από το 2011, όταν θεσπίστηκαν οι επίμαχες διατάξεις των ν. 4024/2011 ν. 3986/2011, και κατ’ επέκταση η μεταβολή των συνθηκών που δικαιολόγησε την λήψη εκείνων των μέτρων, θα έχριζε οπωσδήποτε μιας νέας προδικαστικής απόφανσης του Ανωτάτου Διοικητικού.
Ασφαλώς με την ΣτΕ 1872/2024 επιλύθηκαν προδικαστικά ερωτήματα συναφή με την συνταγματικότητα της παρ. 2 του αρ. 26 του ν. 4354/2015, υπολειπομένων ωστόσο ως ανεπίλυτων ερωτημάτων που ενδεχομένως εγείρονται από άλλα κατατεθειμένα αγωγικά δικόγραφα ομαδικών διεκδικήσεων, για τη συνταγματικότητα άλλων νομοθετικών διατάξεων, όπως εν προκειμένω του ν. 4024/2011 και του ν. 3986/2011 που επίσης ανέστειλαν (και επί 54 μήνες μάλιστα) τις μισθολογικές ωριμάνσεις και προαγωγές των δημοσίων υπαλλήλων.
Αθήνα, 11-02-2025
Ευμορφία Ρήγα
Δικηγόρος