ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΑΘΩΩΣΗ ΑΛΛΟΔΑΠΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΥΦΑΡΠΑΓΗΣ ΨΕΥΔΟΥΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ
Έπρεπε να περάσουν έξι ολόκληρα χρόνια δικαστικής «ομηρίας» και να κρίνουν επί της ενοχής της όλοι οι βαθμοί της ποινικής δικαιοδοσίας, ώστε τελικά να αθωωθεί αμετάκλητα εντολέας του δικηγορικού γραφείου «Ευμορφία Ρήγα & Συνεργάτες» για αδικήματα που, εξ όσων αποδείχθησαν, όλως αδίκως της είχαν καταλογιστεί.
Ειδικότερα, η M.L. υπήκοος Αλβανίας και κάτοικος Ελλάδος, κατηγορήθηκε το 2019 για το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ’ άρθρον 220 ΠΚ, όταν κατά τον χρόνο υποβολής της Αίτησής για ανανέωση της άδειας διαμονής της στην χώρα διαπιστώθηκε από την αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας Αττικής ότι είχε γίνει χρήση 40 πλαστών ενσήμων στον ασφαλιστικό φορέα της. Από την αστυνομική έρευνα που ακολούθησε προέκυψε η ύπαρξη και λειτουργία ενός εκτεταμένου κυκλώματος, αποτελούμενο από Έλληνες και αλλοδαπούς επιχειρηματίες του εγκληματικού κεφαλαίου, ιδιωτικούς και δημοσίους υπαλλήλους, το οποίο προμήθευε σε αλλοδαπούς αιτούντες άδειας παραμονής τα απαραίτητα ένσημα εργασίας.
Κομβική θέση στην διάρθρωση του κυκλώματος, το οποίο δεν αντιμετωπίστηκε ως εγκληματική οργάνωση με σταθερή δομή, σκοπό και ιεραρχίες μολονότι θα μπορούσε, βρισκόταν λογιστές, δημόσιοι υπάλληλοι, αλλοδαποί μεσάζοντες καθώς και ένας επιχειρηματίας με δημόσια γνωστή διαδρομή στους κόλπους της μαφίας και της σωματεμπορίας γυναικών, ο οποίος τύγχανε να είναι για το επίδικο διάστημα εργοδότης της εντολίδος μας σε αλυσίδα καταστημάτων εστίασης όπου εκείνη παρείχε την εργασία της. Ο εν λόγω επιχειρηματίας φάνηκε ότι κατείχε κεντρικό ρόλο στην δράση του συγκεκριμένου κυκλώματος, καθώς μεσολαβούσε μεταξύ των αλλοδαπών αιτούντων άδειας παραμονής και των υπαλλήλων του ΕΦΚΑ που χορηγούσαν τις πλαστές βεβαιώσεις ενσήμων.
Δημιουργώντας ένα οικοσύστημα από «εικονικές εταιρείες», ο εργοδότης απολάμβανε τα προνόμια της εκτεταμένης εισοφοροδιαφυγής, καθώς επίσης καρπωνόταν και λοιπές προσόδους από τη μεθοδευμένα σταθερή «κινητικότητα» των εργαζομένων του από τη μία εταιρεία στην άλλη. Γι’ αυτό συχνά εξέδιδε εν αγνοία των ίδιων των αλλοδαπών εργαζομένων του και ασφαλισμένων ψευδείς βεβαιώσεις ενσήμων, προκειμένου να μεθοδεύσει κατάλληλα τους εγκληματικούς εμπαιγμούς του. Κινούμενος στην αφάνεια, ελισσόμενος διαρκώς ανάμεσα σε «πραγματικές» και εικονικές εταιρείες, ο επιχειρηματίας και οι συνεργάτες του έστησαν στις πλάτες ανύποπτων μεταναστών/τριών εργατών/τριών ένα εγκληματικό οικοδόμημα από το οποίο το Δημόσιο βγήκε φανερά ζημιωμένο.
Το ξεχωριστό ενδιαφέρον που παρουσιάζει η συγκεκριμένη υπόθεση έγκειται στο γεγονός ότι η Εισαγγελία Αθηνών οδήγησε στο εδώλιο περίπου 40 πρόσωπα, ήτοι όλους όσοι ενεπλάκησαν στην υπόθεση ανεξάρτητα του ρόλου και του βαθμού της εμπλοκής τους, συντάσσοντας ένα ενιαίο πολυπρόσωπο κατηγορητήριο στο οποίο περιλαμβάνονταν από κοινού και αδιαφοροποίητα:
Α. Οι «εγκέφαλοι» της εγκληματικής συμμορίας που παραχάρασσε δημόσια έγγραφα και συνέτασσε ψευδείς βεβαιώσεις δημοσίων υπηρεσιών, με σκοπό να τις διοχετεύσει στην μαύρη αγορά και να τις ανταλλάξει έναντι υψηλού τιμήματος με όσους είχαν την ανάγκη συμπλήρωσης των απαιτούμενων ενσήμων προκειμένου να αιτηθούν άδεια παραμονής.
Β. Οι «αποδοχείς» των εγκληματικών προϊόντων, ήτοι αλλοδαποί πολίτες που δεν είχαν συμπληρώσει τα απαιτούμενα ένσημα προκειμένου αιτηθούν άδεια παραμονής και σκόπιμα κατέφυγαν στα κυκλώματα της εγκληματικής οικονομίας προκειμένου να συγκεντρώσουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις.
Γ. Εργαζόμενοι του παραπάνω επιχειρηματία αλυσίδας καταστημάτων εστίασης, όπως η εντολίδα του γραφείου μας, οι οποίοι εν αγνοία τους χρησιμοποιήθηκαν στο εγκληματικό σχέδιο παρότι κανένα κίνητρο δεν είχαν ούτε κάποιο σε κάποιο όφελος προσδοκούσαν από τη χρήση των εν λόγω πλαστών εγγράφων. Η σταθερή εργασία τούς παρείχε τα απαιτούμενα ένσημα για την υποβολή της αίτησης άδειας παραμονής στη χώρα και ως εκ τούτου στερούνταν κάθε εύλογης αιτίας να κάνουν χρήση ψευδών βεβαιώσεων.
Όπως ήταν αναμενόμενο, με τέτοιο αδιαφοροποίητο και υβριδικό κατηγορητήριο όπου εργοδότες και εργαζόμενοι, Έλληνες και αλλοδαποί πολίτες, επιχειρηματίες της μαφίας και άνθρωποι του καθημερινού μόχθου βρέθηκαν να μοιράζονται ταυτόχρονα τα ίδια εδώλια, η σε πρώτο βαθμό δίκη περατώθηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Όλοι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν ως ένοχοι για τα αδικήματα που ο καθένας κατηγορείτο, πάνω κάτω με την ίδια αιτιολογία.
Αντίστοιχα, και στον β’ βαθμό της ποινικής δικαιοδοσίας, όπου όσοι εκκάλεσαν την πρωτόδικη απόφαση και προσέφυγαν αιτιολογημένα κατά της αιτιολογίας και του σκεπτικού του Πλημμελειοδικείου έτυχαν μιας ελαφρώς καλύτερης αντιμετώπισης, η πλειοψηφία των καταδικαστικών αποφάσεων παρέμεινε κατά το μείζονα βαθμό όμοια με πριν.
Μόνο στον Άρειο Πάγο πλέον, όπου η επισήμανση των λόγων αναίρεσης, μπόρεσε να τύχει μιας εξατομικευμένης και προσεκτικότερης αντιμετώπισης, η δικαστική κρίση που αποδόθηκε δικαίωσε τελικά την εντολίδα μας και όσους ακόμα μπλέχτηκαν εν αγνοία τους στα πλοκάμια της εγκληματικής οικονομίας και κατηγορήθηκαν όχι για κάτι που έκαναν, αλλά τελικά για κάτι που ήταν: αλλοδαποί εργαζόμενοι που είχαν ανάγκη να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα ένσημα εργασίας προκειμένου να παραμείνουν μόνιμα στην χώρα όπου ζούνε και δουλεύουνε.
Έτσι, το Β’ Τριμελές Εφετείο Αθηνών, υιοθετώντας πλήρως τους αναιρετικούς λόγους που προβάλαμε με το αναιρετήριο δικόγραφο και μέχρι κεραίας συντασσόμενο με την αρεοπαγιτική εισήγηση, αθώωσε αμετάκλητα την εντολίδα μας για τα εσφαλμένως αποδοθέντα σε εκείνη αδικήματα.
Τελικά αν κάτι μένει από αυτή την υπόθεση κατά τη γνώμη μας, ειδικά σε εποχές σαν αυτές που ζούμε, είναι ότι ο ρατσισμός και η ξενοφοβία είναι ιδεολογία και πρακτική που διατρέχει εγκάρσια τον κοινωνικό σχηματισμό και εύκολα μπορεί κανείς να εντοπίσει τις πολυσχιδείς δικτυώσεις της: από τις τραχιές επιφάνειες του καθημερινού βίου μέχρι τις λείες στρώσεις του θεσμικού-δικαστικού εποικοδομήματος.