Πόσο κοστίζουν οι καρδιές όταν ραγίζουν;

Παύλος Παυλίδης, Grand Hotel (2008)

 

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στη χώρα ανησυχητική αύξηση των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων, γεγονός που αναδεικνύει σοβαρές ελλείψεις στην τήρηση των κανόνων ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας. Η εντατικοποίηση της εργασίας, η έλλειψη επαρκούς εκπαίδευσης και ελέγχων, καθώς και η υποστελέχωση των αρμόδιων υπηρεσιών επιθεώρησης συμβάλλουν στην επιδείνωση του φαινομένου.

Ιδιαίτερα σε κλάδους όπως οι κατασκευές, η βιομηχανία και η εστίαση, τα περιστατικά είναι συχνότερα. Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος, αρκεί να αναλογιστεί ότι μόνο μέσα στο 2024, 146 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά την διάρκεια εκτέλεσης της εργασίας τους.[1] Ενδεικτικό ως προς την αύξηση των περιπτώσεων είναι το γεγονός ότι μέσα στην τελευταία δεκαετία τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα σταθερά πολλαπλασιάζονται, δεδομένου ότι μια δεκαετία πριν, το 2014, καταγράφηκαν μόλις 63, αριθμός σημαντικά μικρότερος από πέρυσι.[2]

Μια τέτοια περίπτωση, λοιπόν, ενός θανατηφόρου εργατικού ατυχήματος που έγινε το έτος 2023 χειρίστηκε με επιτυχία το δικηγορικό γραφείο «Ευμορφίας Ρήγα και Συνεργατών». Συμμεριζόμενοι απόλυτα το πένθος των οικείων προσώπων του θανόντος και με γνώμονα ότι καμία χρηματική αποζημίωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει το ψυχικό άλγος παρά μόνο να απαλύνει σχετικά τον πόνο, αναλάβαμε την συγκεκριμένη υπόθεση με αίσθημα ευθύνης και υπεράσπισης του εργατικού δικαίου.

Οι κοντινοί συγγενείς του θανόντος εργάτη (περιελιγκτής ηλεκτρολόγος που εκτελούσε εργασία τοποθέτησης ανελκυστήρα σε οικοδομή), στρεφόμενοι κατά του εργοδότη και του κυρίου του οικοδομικού έργου όπου έλαβε χώρα το δυστύχημα, αξίωσαν χρηματική αποζημίωση για την αποκατάσταση της ψυχικής δύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενή τους, σύμφωνα με τα διατάξεις περί αδικοπραξίας.

Η μη τήρηση των μέτρων ασφαλείας από πλευράς εργοδότη και κυρίου του έργου, η οποία στοιχειοθετήθηκε από μέρους μας με συστηματική έρευνα της νομικής θεωρίας, της νομολογίας και των κανόνων της τεχνικής, και η οποία αποδείχτηκε περίτρανα στην ακροαματική διαδικασία, αποτέλεσε τη πραγματική βάση που στοιχειοθέτησε την ευθύνη του εργοδότη. Ειδικότερα, δικάζοντας κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι η ευθύνη για το εργατικό ατύχημα ήταν εξ ολοκλήρου της:

[…] εναγόμενης εταιρείας, η οποία διά των αρμοδίων οργάνων της δεν επέδειξε τον προσήκοντα βαθμό επιμέλειας και προσοχής που επιβάλλεται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των νομικών κανόνων της κοινής πείρας και λογικής που προβλέπονται από τη γενική ρήτρα του αρ. 662 του ΑΚ και δεν τήρησε τους όρους ασφαλείας που επιβάλλονται από ειδικές διατάξεις του νόμου. Ειδικότερα, όφειλε βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας κα των αρχών πρόληψης επαγγελματικού κινδύνου, να έχει λάβει συγκεκριμένα μέτρα για να αποτραπεί ο κίνδυνο πτώσης του εργαζομένου στο φρεάτιο κατά την εγκατάσταση του ανελκυστήρα.

[…] Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, το επίμαχο ατύχημα, το οποίο συνιστά εργατικό ατύχημα κατά την έννοια της ισχύουσας νομοθεσίας, οφείλεται κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εργαζομένης εταιρείας.

[απόσπασμα της με αρ. 872/2025 απόφασης του ΜονΠρωτΑθ-Ειδική Διαδικασία]

 

Ειδικής μνείας χρήζει η δικανική κρίση που διέλαβε η εν λόγω απόφαση αναφορικά με την χρήση ΜΑΠ (Μέσων Ατομικής Προστασίας), αποδεχόμενη πλήρως και κατά λέξη τους αγωγικούς ισχυρισμούς μας, κάνοντας λόγο περί:

[…] της ορθής χρήσης τους. Ο εργαζόμενος δεν υπέχει οποιαδήποτε νομική υποχρέωση να αιτηθεί την χορήγηση των ΜΑΠ, ούτε η παράλειψη διατύπωσης σχετικού αιτήματος από μέρους του απαλλάσσει τον εργοδότη από την κατ’ αντικειμενικό τρόπο θεμελιούμενη ευθύνη του για την λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων προστασίας της ζωής και της υγείας του προσωπικού του.

 

Προς ανακούφιση του ψυχικού πόνου των συγγενών του θανόντος εργάτη και σταθμίζοντας διάφορους παράγοντες ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, η απόφαση του Πρωτοδικείου έκρινε ότι «το ποσό χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν οι ενάγοντες από την αναφερόμενη παράνομη και υπαίτια πράξη της πρώτης εναγομένης, ανέρχεται στο ποσό των 100.000 ευρώ για τον […] υιό του, στο ποσό των 100.000 ευρώ για την σύζυγό του και στο ποσό των 60.000 ευρώ για τη μητέρα του».

Δεχόμενη την αγωγή των εντολέων μας και υποχρεώνοντας την εργοδότρια του θανόντος εργάτη να καταβάλει την παραπάνω αποζημίωση, κηρύσσοντας μάλιστα σημαντικό τμήμα της απόφασης προσωρινά εκτελεστό, το εργατικό Δικαστήριο παρενέβη από τη θεσμική θέση του στην ισορροπία των ταξικών σχέσεων. Μπορεί η ορθή αυτή απόφαση να μην δύναται να αλλάξει δραστικά το τοπίο της εργοδοτικής αυθαιρεσίας που συχνά επικρατεί στους χώρους δουλειάς, τουλάχιστον όμως αποτέλεσε ενός είδους δικαίωση -τόσο υλική όσο και ηθική- για όσους έμειναν πίσω…

[1] Βλ. ενδεικτικά, Η «ακτινογραφία» των εργατικών δυστυχημάτων στην Ελλάδα: 146 νεκροί, 235 τραυματίες το 2024, εφημ. Καθημερινή (02-04-2025).

[2] Οι πληροφορίες από την Έκθεση Πεπραγμένων ΣΕΠΕ, Αθήνα 2015, διαθέσιμη στο διαδίκτυο.