Σύμφωνα με τα εν γένει ισχύοντα στο εθνικό δίκαιο, η παροχή εργασίας μέσω τηλεργασίας έχει οικειοθελή χαρακτήρα και προϋποθέτει έγγραφη συμφωνία εργαζομένου – εργοδότη, που μπορεί να αποτελεί μέρος της αρχικής περιγραφής της θέσης εργασίας του εργαζόμενου ή μπορεί να υπάρξει συμφωνία εκ των υστέρων (άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας Πλαίσιο για την Τηλεργασία – Β Προσάρτημα ΕΓΣΣΕ 2006 – 2007 σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Ν. 3846/2010).

Κατ’ εξαίρεση, για την αντιμετώπιση και τον περιορισμό της διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19 στην αγορά εργασίας, το άρθρο 4 της από 11.03.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 55) ορίζει ότι από την έναρξη ισχύος της ως άνω ΠΝΠ και μέχρι τις 10.04.2020 (με δυνατότητα παράτασης μέσω Κοινής Υπουργικής Απόφασης), παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη με απόφασή του να καθορίζει ότι η εργασία που παρέχεται από τον εργαζόμενο στον προβλεπόμενο από την ατομική σύμβαση τόπο εργασίας, θα πραγματοποιείται με το σύστημα της εξ αποστάσεως εργασίας.

 Με το ανωτέρω έκτακτο μέτρο, ο εργοδότης – επιχείρηση δύναται να θέσει μονομερώς του εργαζόμενους του σε εξ’ αποστάσεως εργασία, κύρια μορφή της οποίας είναι η τηλεργασία, κατ’ αρχήν μέχρι 10.04.2020, με δυνατότητα παράτασης μέσω ΚΥΑ. Ωστόσο, το άρθρο 4 της από 11.03.2020 ΠΝΠ, όφειλε να ορίζει ρητώς ότι κατά τα άλλα δεν πλήττονται ούτε οι όροι εργασίας των εργαζομένων, ούτε τα δικαιώματά τους από την παροχή εξαρτημένης εργασίας, όπως άλλωστε προβλέπεται ρητά από το άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας Πλαίσιο για την Τηλεργασία – Β Προσάρτημα ΕΓΣΣΕ 2006 – 2007.

Αυτό, διότι, εγκυμονεί ο κίνδυνος ο εργοδότης να κάνει χρήση της διάταξης για εκ περιτροπής εργασία, του άρθρου 9 της από 20.03.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 68), και στους εργαζόμενους που απασχολούνται με τηλεργασία.  Ωστόσο, κάτι τέτοιο, μολονότι δεν απαγορεύεται ρητά από το γράμμα της ως άνω διατάξεως, απαγορεύεται από τον σκοπό της, που είναι ο περιορισμός της διασποράς του κορωνοϊου. Ο σκοπός είναι ο ίδιος με αυτόν της διατάξεως της εξ’ αποστάσεως εργασίας και εξαντλείται στον περιορισμό της διάδοσης του κορωνοϊού και όχι στην οικονομική ελάφρυνση του εργοδότη. Επομένως, κατά τα ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν μπορούν να τεθούν σε σύστημα εκ περιτροπής εργασίας οι εργαζόμενοι που απασχολούνται με τηλεργασία, άλλως η επιβολή εκ περιτροπής εργασίας είναι καταχρηστική.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 της από 14.03.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’ 64) θεσπίστηκε ειδικός μηχανισμός στήριξης των εργαζομένων με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε επιχειρήσεις-εργοδότες, των οποίων η λειτουργία έχει προσωρινά απαγορευθεί λόγω των έκτακτων μέτρων αντιμετώπισης του κορωνοϊού COVID-19, συμπεριλαμβανομένων μέτρων οικονομικής στήριξης, αποζημίωσης ειδικού σκοπού, ασφαλιστικής κάλυψης κλπ. Η παράγραφος 5 του ως άνω άρθρου, εξαιρεί από τον μηχανισμό στήριξης όσους συνεχίζουν να εργάζονται εξ’ αποστάσεως στον εργοδότη τους και εν γένει τους εργαζόμενους, των οποίων η σχέση εργασίας δεν αναστέλλεται, λόγω της απαγόρευσης της λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο, το άρθρο 4 παρ. 1 του Κεφαλαίου Α2 της υπ’ αριθμ. 12998/232/28.03.2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β’ 1078), εξαιρεί από το δικαίωμα λήψης της αποζημίωσης ειδικού σκοπού (800 ευρώ) τους εργαζόμενους με τηλεργασία σε επιχειρήσεις – εργοδότες που πλήττονται σημαντικά λόγω των αρνητικών συνεπειών του φαινομένου του κορωνοϊού COVID -19, βάσει ΚΑΔ κύριας δραστηριότητας ή δευτερεύουσας, βάσει των ακαθάριστων εσόδων έτους 2018.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις βασίζονται στο γεγονός ότι οι συμβάσεις εργασίας όσων συνεχίζουν να εργάζονται με τηλεργασία είτε σε επιχειρήσεις- εργοδότες, των οποίων η λειτουργία έχει απαγορευθεί, με εντολή δημόσιας αρχής, βάσει ΚΑΔ, είτε σε επιχειρήσεις – εργοδότες που ανήκουν στις πληττόμενες επιχειρήσεις, βάσει ΚΑΔ κύριας ή δευτερεύοσας δραστηριότητας, βάσει των ακαθάριστων εσόδων έτους 2018, όπως ορίζονται από το Υπουργείο Οικονομικών, δεν έχουν ανασταλεί, άρα οφείλεται κανονικά μισθός και ασφαλιστική κάλυψη των τηλεργαζομένων από τον εργοδότη – επιχείρηση.

Κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 του Κεφαλαίου Α2 της υπ’ αριθμ. 12998/232/28.03.2020 ΚΥΑ, οι επιχειρήσεις – εργοδότες που πλήττονται σημαντικά από τις αρνητικές επιπτώσεις του κορωνοϊου, όπως αυτές εξειδικεύονται ανωτέρω, μπορούν να συμφωνήσουν με τους εργαζόμενους, των οποίων η σύμβαση εργασίας έχει τεθεί ήδη σε αναστολή και είναι δικαιούχοι της αποζημίωσης ειδικού σκοπού (800 ευρώ), την παροχή εργασίας με τηλεργασία, μόνο για πρόσκαιρες ανάγκες της επιχείρησης.

Προϋπόθεση, επομένως, της ανωτέρω ρύθμισης είναι ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο σε συμβάσεις εργασίας που έχουν ήδη ανασταλεί από τον εργοδότη και, επιπλέον, μόνο για πρόσκαιρες ανάγκες της επιχείρησης. Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 3 και του άρθρου 1 παρ. 1 και 7 του Κεφαλαίου Α2 της υπ’ αριθμ. 12998/232/28.03.2020 ΚΥΑ, προκύπτει ότι απώτατο χρονικό σημείο μέχρι το οποίο μπορεί να ισχύει το ως άνω μέτρο είναι 45 ημέρες μετά τις 20.04.2020, ημερομηνία η οποία αποτελεί την καταληκτική προθεσμία δυνατότητας θέσεως συμβάσεων εργασίας σε αναστολή από τον πληττόμενο εργοδότη – επιχείρηση.

Προς αποφυγή καταχρηστικής άσκησης του μέτρου από τον εργοδότη εις βάρος των εργαζομένων, το άρθρο 4 παρ. 3 του Κεφαλαίου Α2 της ως άνω ΚΥΑ, θα έπρεπε να διευκρινίζει και το ανώτατο όριο εργασίας που μπορεί να χορηγηθεί από τον εργαζόμενο, η σύμβαση του οποίου τελεί σε αναστολή, ώστε να μην κινδυνεύει μετά να επιστρέψει την αποζημίωση ειδικού σκοπού, ως αχρεωστήτως καταβληθείσα (άρθρο 2, Κεφάλαιο Α4 της 12998/232/28.03.2020 ΚΥΑ), για τον λόγο ότι παρέχει κανονικά εργασία.

Επιπλέον, η διάταξη περί τηλεργασίας εργαζομένων, των οποίων οι συμβάσεις τελούν ήδη σε αναστολή, ορίζει ότι η παρεχόμενη αυτή εργασία αμείβεται από τον εργοδότη, αναλογικά, με βάση τις καταβαλλόμενες μεικτές αποδοχές του. Η Κοινή Υπουργική Απόφαση θεσπίζει μόνο το ανώτατο όριο αμοιβής του εργαζομένου, το οποίο μπορεί να φθάνει μέχρι το ύψος των μεικτών αποδοχών του, αφαιρουμένης της αποζημίωσης ειδικού σκοπού. Και στο σημείο αυτό η διάταξη πάσχει, καθώς ορίζει τον συμψηφισμό του μισθού, ο οποίος αποτελεί αντάλλαγμα για εργασία που παρασχέθηκε, με την αποζημίωση ειδικού σκοπού, που αποτελεί κατ’ ουσία δημοσίου δικαίου παροχή για εργαζόμενους που δεν εργάζονται. Επιπλέον, δεν λαμβάνεται υπόψη ότι η αποζημίωση ειδικού σκοπού αντιστοιχεί σε 45 ημέρες, ενώ οι μεικτές αποδοχές του εργαζομένου είναι μηνιαίες. Θα έπρεπε να ορίζεται ρητώς ο τρόπος συμψηφισμού προς διευκόλυνση εργαζομένων και εργοδοτών.

Περαιτέρω, η διάταξη αναφέρει ότι η παροχή εργασίας μέσω τηλεργασίας, πρέπει πριν από την έναρξή πραγματοποίησής της να δηλωθεί σε έντυπο ειδικού σκοπού για την εξ’ αποστάσεως εργασία στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ. Στην περίπτωση που δεν δηλωθεί, ως ανωτέρω, επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις.

Για τις αποδοχές που αντιστοιχούν στην παροχή εργασίας από τηλεργασία, οι εργοδότες – επιχειρήσεις οφείλουν να υποβάλουν ΑΠΔ και να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες αφαιρούνται από την υποχρέωση κάλυψης από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Προς διευκρίνιση της ανωτέρω διατάξεως περί παροχής τηλεργασίας, ενόσω η σύμβαση του εργαζομένου τελεί σε αναστολή, και αποφυγή εργοδοτικών καταστρατηγήσεων, δημοσιεύθηκε η υπ’ αριθμ. οικ.13738/413/31.3.2020 Εγκύκλιος  του  Υπουργείου  Εργασίας, η οποία ορίζει ότι   η  παροχή  εργασίας  για  την  κάλυψη  πρόσκαιρων  αναγκών μέσω τηλεργασίας  «μπορεί  να  τύχει  εφαρμογής  μόνο  σε  ποσοστό  10%,  κατ’  ανώτατο  όριο,  επί  των  εργαζομένων  της  επιχείρησης  των  οποίων  οι  συμβάσεις  τελούν  σε  αναστολή».

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ρύθμιση περί παροχής τηλεργασίας εν μέσω κορωνοϊού, είτε για εργαζόμενους που εργάζονται κανονικά είτε κατ’ εξαίρεση για όσους η σύμβαση τελεί σε αναστολή, θα πρέπει να συμπληρωθεί και να διευκρινιστούν όλα τα «θολά», αρρύθμιστα σημεία. Το Εργατικό Δίκαιο σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θυσιαστεί στο όνομα εκτάκτων ρυθμίσεων.