Κατόπιν πολλών ερωτημάτων σχετικών με την μεταφορά προσωπικού από την Alpha Bank στη Cepal προς το γραφείο μας, εκθέτουμε τα ακόλουθα:

  • Ο εθνικός νομοθέτης με τη θέσπιση του Π.Δ 178/2002 κατοχύρωσε ρητά τον ήδη διαμορφωμένο από την νομολογία κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας, σε κάθε περίπτωση που λαμβάνει χώρα μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος εγκατάστασης ή επιχείρησης (άρθρο 1 παρ. 2). Με άλλα λόγια, το Π.Δ 178/2002 καθιέρωσε την αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης στο σύνολό της, χωρίς η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη να επηρεάζει την υπόσταση και το περιεχόμενο των σχέσεων εργασίας στην επιχείρηση ή στην εκμετάλλευση όπου λαμβάνει χώρα. Οι εργαζόμενοι διατηρούν έναντι του νέου εργοδότη όλα τα δικαιώματα που έχουν από τη σύμβαση εργασίας του και τα πλεονεκτήματα που έχουν αποκτήσει από την απασχόληση, η οποία συνεχίζεται υπό τους ίδιους όρους και τις ίδιες συνθήκες.
  • Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς, παρατηρείται η καταστρατήγηση των προστατευτικών για τους εργαζομένους διατάξεων του Π.Δ 178/2002. Τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μεταβίβαση της διαχείρισης NPEs (κόκκινα δάνεια) της Alpha Bank στην εταιρεία CEPAL και η υποχρεωτική μεταφορά 600-800 εργαζομένων της τράπεζας στην εταιρεία διαχείρισης, με την επίκληση των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002. Εκτός από το γεγονός ότι στην περίπτωση αυτή, αμφισβητείται η πλήρωση των λοιπών προϋποθέσεων του Π.Δ. 178/2002 για την έννοια της «μεταβίβασης επιχείρησης», το σίγουρο είναι ότι, εν προκειμένω, δεν έχει τηρηθεί ο Νόμος ως προς τις προστατευτικές διατάξεις υπερ των εργαζομένων που «μεταφέρθηκαν».   Ειδικότερα:
  • Oι εργαζόμενοι της Alpha bank εξαναγκάσθηκαν σε λύση της σύμβασης εργασίας τους με την Τράπεζα και σε σύναψη, ταυτόχρονα, νέων συμβάσεων εργασίας με την εταιρεία Cepal.
  • Πλήν όμως, είναι άκυρη, λόγω καταστρατήγησης του δικαίου η λύση της σύμβασης εργασίας με κοινή συμφωνία μεταξύ μεταβιβάζοντος και εργαζομένων και η σύναψη – ταυτόχρονα – με το νέο φορέα της επιχείρησης νέας σύμβασης εργασίας, αφού με τη μεθόδευση αυτή, ναι μεν διατηρείται η θέση εργασίας, ωστόσο, διακόπτεται η συνέχεια της εργασιακής σχέσης. Στην ουσία, δηλαδή οι εργαζόμενοι εξαναγκάζονται να παραιτηθούν από τα δικαίωμα της προστασίας της απολύσεως, που εξασφαλίζει το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ 178/2002.Το ίδιο ισχύει και όταν ο εργοδότης, ενόψει της προοπτικής σύναψης νέας σύμβασης με τον διάδοχο, παρακινεί της εργαζομένους να καταγγείλουν οι ίδιοι τη σύμβαση εργασίας τους.
  • Στην επίκαιρη, επομένως, περίπτωση της μεταφοράς εργαζομένων της Alpha Bank στη CEPAL, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι κάθε συμφωνία περί απόλυσης – οικειοθελούς αποχώρησης των εργαζομένων από την Alpha Bank και η ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ μετέπειτα υπογραφή νέων ατομικών συμβάσεων εργασίας με τη CEPAL, είναι ΑΚΥΡΗ κι έρχεται σε αντίθεση με το προστατευτικό για τους εργαζομένους πλαίσιο του Π.Δ 178/2002.
  • Επιπλέον, η καταστρατήγηση των διατάξεων του Π.Δ 178/2002, έγκειται στο γεγονός ότι οι διατάξεις αυτές έχουν τεθεί αποκλειστικά με σκοπό της προστασίας των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης της επιχείρησης και αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η μείωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, ακόμη και αν γίνεται με την συναίνεσή τους, να είναι άκυρη (άρθρο 4 παρ. 1,2 του Π.Δ 178/2002).
  • Με απλά λόγια, σε κάθε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος αυτής, οι εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων μεταβιβάζονται αναγκαστικά αυτοδικαίως και με τους ίδιους ακριβώς όρους και τα ίδια δικαιώματα που ίσχυαν προ της μεταβιβάσεως, ανεξαρτήτως αντιθέτων συμφωνιών μεταξύ παλαιού και νέου εργοδότη ή μεταξύ αυτών και των εργαζομένων.
  • Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε από την δημοσιοποίηση των όρων των συμβάσεων εργασίας που υποχρεώθηκαν, παρά τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Π.Δ. 178/2002, να υπογράψουν οι εργαζόμενοι με τον νέο εργοδότη, πρόκειται για μια προκλητική καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Βάσει των ανωτέρω διατάξεων του ΠΔ 178/2002, οι συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων της Alpha Bank θα έπρεπε να μεταβιβαστούν ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΣ στη CEPAL, με τους ίδιους όρους και περιεχόμενο που κατέχουν, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή νέων συμβάσεων εργασίας. 
  • Εν προκειμένω, η «διάδοχος» εταιρεία υποχρέωσε τους εργαζομένους σε υπογραφή συμβάσεων εργασίας και μάλιστα, χωρίς σε αυτές, να γίνεται ρητή και αναλυτική αναφορά στην πλήρη κατοχύρωση και μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης των ήδη υφιστάμενων εργασιακών όρων των εργαζομένων, που ενδεικτικώς, περιλαμβάνει τη μη μεταβολή των εργασιακών τους καθηκόντων, της θέσης εργασίας τους και των τακτικών αποδοχών τους, την εξασφάλιση της προϋπηρεσίας τους, την προστασία από καταγγελία της συμβάσεως εργασίας τους και τη συνέχιση των όρων της ήδη ισχύουσας Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και των εκάστοτε ισχυουσών ΣΣΕ για τους Τραπεζοϋπαλλήλους. Αντίθετα, γίνεται αναφορά σε δυσμενέστερους όρους που καθιστούν άκυρες τις νέες συμβάσεις εργασίας.
  • Στην περίπτωση λοιπόν αυτή, οι νέες συμβάσεις εργασίας με την «διάδοχο» εταιρεία είναι ΆΚΥΡΕΣ καθότι σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν θα έπρεπε να συναφθούν αλλά και διότι παραβιάζουν τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ΠΔ 178/2002, τροποποιώντας τους όρους της σύμβασης εργασίας που είχαν οι «μεταφερθέντες» εργαζόμενοι με την μεταβιβάζουσα επιχείρηση (αρχικό εργοδότη τους-Alpha Bank). Συνεπώς, οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν κάθε διαφορά (μισθολογική και μη) απαιτώντας από την διάδοχο εταιρεία την εφαρμογή των όρων της αρχικής σύμβασης εργασίας τους με την Alpha bank και να διεκδικήσουν με κάθε νόμιμο μέσο (αγωγή, καταγγελία ενώπιον του ΣΕΠΕ κλπ) την αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής της σύμβασης εργασίας τους.

Για περαιτέρω πληροφορίες – παροχή έννομης προστασίας, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το γραφείο μας στα τηλέφωνα 2107719684 – 2107487131 ή στο email:info@rigalaw.gr